Η ιστορία της Καβάλας

Πιθανολογείται πως το όνομα της πόλης προέρχεται από τον αρχαίο οικισμό “Σκαβάλλα”, σημερινή Παλαιά Καβάλα, από την οποία θεωρείται πως έφτασαν στην Καβάλα οι αρχαίοι κάτοικοί της. Η Σκαβάλλα αναφέρεται από το 470 π.Χ. ως σύμμαχος των Αθηναίων. Με το πέρασμα του χρόνου καταστράφηκε από τις επιδρομές των βαρβάρων και οι κάτοικοί της διαφεύγοντας, ήρθαν στην Χριστούπολη για περισσότερη ασφάλεια. Με τον ερχομό των νέων κατοίκων η πόλη πήρε άλλη όψη, έπαψε να λέγεται Χριστούπολις και αναφέρεται ως Νέα Σκαβάλα.[1]

Νεάπολις (7ος αιώνας π.Χ.-746 μ.Χ.)[2]
Χριστούπολις (746 μ.Χ.-1470 μ.Χ.)[2]
Καβάλλα (παλαιά γραφή)[3] ή Καβάλα (1470 μ.Χ.- σήμερα)[2]
Άλλοι ιστορικοί λένε ότι το όνομα της η πόλη το πήρε απο τους Ιταλούς Γενουάτες που κατοίκησαν εδώ. Αυτοί όταν πρωτοείδαν την πόλη μακριά από την θάλασσα, που έμοιαζε με άλογο την είπαν ΚΑΒΑΛΟ (Cavallo=άλογο) δηλαδή “άλογο” και έτσι επικράτησε να λέγεται Καβάλα

Η ιστορία της πόλης ξεκινά από τους Προϊστορικούς χρόνους και εκτείνεται μέχρι σήμερα. Οι αναφορές για αυτήν από την μία χάνονται στις ομηρικές αφηγήσεις και από την άλλη καταγράφονται στα αρχεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Από την μία η πόλη έγινε παγκοσμίως γνωστή για την άφιξη των δημοκρατικών στρατευμάτων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενόψει της ιστορικής μάχης των Φιλίππων και από την άλλη για την άφιξη του Αποστόλου Παύλου το 49 μ.Χ., κάνοντας την Νεάπολη (σημερινή Καβάλα) πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε τον Χριστιανισμό. Είναι διάσημη για τα μεγαλοπρεπή έργα Βυζαντινών και Τούρκων (όπως το Κάστρο και οι Καμάρες) όσο και για το ότι αποτέλεσε γενέτειρα του Μεχμέτ Αλί, αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Παράλληλα η νεότερη ιστορία της πόλης παρουσιάζει εξίσου ενδιαφέρον, τόσο για την καπνεργασία και τις πρώτες απεργίες στα Βαλκάνια (1896) όσο και για την πλούσια βιομηχανική δραστηριότητα με κυρίαρχη αυτή του μαύρου χρυσού.

Τα παλαιότερα ευρήματα που βρέθηκαν στο νομό Καβάλας, ήρθαν στο φως τη δεκαετία του ’50 στην περιοχή «Τζίνες» της Θάσου (ορεινή περιοχή κοντά στα Λιμενάρια) και αφορούν εργαλεία εξόρυξης ώχραςτης Νεότερης Παλαιολιθικής, περίπου 20.300 χρόνων π.Χ. Εκείνη την περίοδο η στάθμη της θάλασσας ήταν πολύ χαμηλότερα από την σημερινή, με αποτέλεσμα η νήσος της Θάσου να συνδέεται μέσω χερσονήσου με την ενδοχώρα. Όμως κατά την Μεσολιθική εποχή που η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αυξήθηκε και έλιωσαν οι παγετώνες, τα νερά της θάλασσας πλημμύρισαν την μέχρι πρότινος πεδιάδα. Η μετάβαση στην Νεολιθική εποχή χαρακτηρίστηκε από την μόνιμη εγκατάσταση με την ίδρυση των πρώτων οικισμών, την εξημέρωση των ζώων και την καλλιέργεια της γης.

Οι πρώτες οργανωμένες κοινωνίες εμφανίζονται στην Πεδιάδα των Φιλίππων γύρω στα 5.600 π.Χ. Πιο γνωστές θέσεις γενικότερα στον νομό Καβάλας για την περίοδο της Νεολιθικής είναι στη θέση Ντιλικί Τας(Όρθια Πέτρα στα τούρκικα), που παρουσιάζει κατοίκηση από την Μέση Νεολιθική, η θέση που βρίσκεται κοντά στο χωριό Ακροπόταμος, η θέση που βρίσκεται κοντά στον Παράδεισο και ο προϊστορικός οικισμός των Λιμεναρίων Θάσου. Πολλοί οικισμοί παρουσιάζουν συνεχή κατοίκηση και την εποχή του Χαλκού, με σημαντικότερα ευρήματα, αυτά από το προϊστορικό νεκροταφείο του οικισμού Καστρί Θάσου και της Σκάλας Σωτήρα Θάσου. Η θέση μάλιστα στη Σκάλα Σωτήρα Θάσου αποτελεί τον μοναδικό οικισμό στα Βαλκάνια που ήταν περιτοιχισμένος, η κάτοψη του οποίου σχεδιάστηκε με βότσαλα στο δάπεδο της εκκλησίας του χωριού[5]. Η τελική φάση της Εποχής του Χαλκού σφραγίζεται με τη μυκηναϊκή διείσδυση. Αγγεία μυκηναϊκά ή τοπικές μιμήσεις τους, χάλκινα μαχαίρια μυκηναϊκού τύπου καθώς και άλλα αντικείμενα είναι μάρτυρες των εμπορικών επαφών της νότιας Θάσου με Νοτιοελλαδίτες θαλασσοπόρους.

Αν και μη χρονολογημένες, πιο γνωστές είναι οι θαυμάσιες βραχογραφίες κοντά στο σημερινό χωριό Φίλιπποι. Η σημερινή πόλη της Καβάλας χτίστηκε επάνω σε δύο προϊστορικές θέσεις, την Αντισσάρα, τη σημερινή Καλαμίτσα, καθώς και του οικισμού της εποχής του Σιδήρου που εντοπίστηκε ανατολικά της πόλης, στην περιοχή Περιγιαλίου. Λόγω της ανεξέλεγκτης οικοδόμησης κυρίως στα μέσα του 20ου αιώνα, διασώζεται μόνο είναι ένα τμήμα του τείχους της Αντισσάρας, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της σύγχρονης πόλης. Αρκετά ευρήματα της προϊστορικής περιόδου υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας(κυρίως της θέση του Ντικιλί Τας) καθώς και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου στο Λιμένα.

Μετά από μακροχρόνιους πολέμους (που σύμφωνα με την ιστορία έλαβε μέρος και ο ποιητής Αρχίλοχος) με τα θρακικά φύλα που διέμεναν στη περιοχή, οι Θάσιοιγια να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τις θρακικές επιδρομές, γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., ιδρύουν τη Νεάπολη. Εκτός τη στρατηγική της θέση, στο δρόμο που συνέδεε την Ανατολή με την Δύση, καθώς και το φυσικό της λιμένα, η Νεάπολη βρισκόταν ανάμεσα στην εύφορη και πλούσια σε μεταλλεύματα Θάσο, κοντά στο χρυσοφόρο Παγγαίο όρος και ακριβώς δίπλα στις εύφορες πεδιάδες των Φιλίππων και του Νέστου.

Ιωνικό κιονόκρανο από τον ύστερο αρχαϊκό ναό της Παρθένου της αρχαίας Νεάπολης, σημερινής Καβάλας, Ελλάδα, τέλη 6ου αιώνα π.Χ.
Υπήρξε μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας και της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας η οποία και μνημονεύεται στους φορολογικούς καταλόγους. Τα τιμητικά ψηφίσματα του αθηναϊκού δήμου, εγκωμιάζουν την Νεάπολη, για την συμπαράστασή της στην Αθήνα, κατά την ταραχώδη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Πρωταρχική λατρεία στην πόλη αυτήν την περίοδο ήταν η πολιούχος Θεά της Παρθένου. Η αυτονομία της Νεάπολης φαίνεται και από τα αργυρά νομίσματα (στατήρες), που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται λίγο πριν το 500 π.Χ. με την απεικόνιση της γοργούς πάντα στην μια τους όψη (που είχε ως σημασία, να διώχνει την κακοτυχία). Η Νεάπολη έμεινε σύμμαχος της Αθήνας μέχρι το 340 π.Χ., όταν την κατέλαβε ο Φίλιππος ο Β΄ προσαρτώντας την στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Νεάπολης σήμερα τοποθετείται στη χερσόνησο της Παναγίας χωρίς να γίνει σαφές το ακριβές της σημείο (τεκμηριώθηκε μονάχα η θέση του ιερού της παρθένου). Τα ευρήματα της Νεαπόλεως εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας.

Η Νεάπολη, μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, φαίνεται πως παρακμάζει. Λόγω όμως της εξαιρετικά στρατηγικής της θέσης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο τελευταίο τρίτο του 2ου π.Χ. αιώνα, με την κατασκευή της Εγνατίας οδού, η οποία περνούσε από αυτήν, όπως δείχνει το τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που σώζεται στην κορυφή του Συμβόλου, καθώς και η ανεύρεση ενός ρωμαϊκού μιλιαρίου, όπου αναγράφεται : «…viam a Dyrrachio usque Neapolim per provinciam Macedoniam…curavit». Σύμφωνα μάλιστα με τα ρωμαϊκά Οδοιπορικά, υπήρχε σε αυτήν ρωμαϊκός σταθμός αλλαγής ίππων ( Tab. Peuting., VII,2-3: “Philippis XX-Fons co- Neapolis XLIIII- Acontisma…” . Itin. Anton., 320 : “Philippi m.p. XXX-Neapoli m.p. XII…”). Μετά την ίδρυση της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων, η Νεάπολη χρησίμευσε ως επίνειο της αποικίας, δεδομένου ότι από το λιμάνι της περνούσε ο σπουδαίος θαλάσσιος δρόμος Αλεξάνδρειας (Τρωάδας) – Θεσσαλονίκης. Για το λόγο αυτό ο Απόστολος Παύλος το 50 μ.Χ. από τη Σαμοθράκη πλέει προς τον λιμένα της Νεάπολης και από εκεί κατευθύνθηκε προς τους Φιλίππους. Εκεί ιδρύεται η πρώτη χριστιανική εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Κατα την περίοδο του Βυζαντίου η αρχαία Νεάπολις μετονομάστηκε σε Χριστούπολις.. Οι πρώτες μαρτυρίες του νέου ονόματος υπάρχει στον κώδικα 1557Α του 746 μ.Χ. Το 926 υψώθηκαν τα νέα τείχη της Χριστούπολης , καθώς τα παλαιά είχαν υποστεί μεγάλες φθορές από τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού. To 1185 η πόλη πυρπολείται και καταστρέφεται από τους Νορμανδούς[8]. Κατά τα έτη 1321-1328 το κράτος ταλανίζεται από εμφύλιο πόλεμο. Η πόλη κατέστη κέντρο επιχειρήσεων του νέου Ανδρόνικου. Το 1387 η πόλη υποτάσσεται φορολογικά, έπειτα συνθηκολογήσεως, στους Οθωμανούς και το 1391 καταλήφθηκε από τα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτορκατορίας

Το 1425 το κάστρο της Χριστουπόλεως καταλαμβάνεται, προσωρινά, από 10 βενετικές γαλέρες. Το 1530 περίπου επανιδρύεται η πόλη από Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή. Επισκευάζονται και αναγήείρονταιτ τειχη στη βάση των βυζαντινών, κτίζονται οι Καμάρες, στη θέση παλαιότερου, πιθανόν ρωμαϊκού υδραγωγείου, ανέγερση τζαμιών. Εκείνη τη περίοδο έρχονται οι πρώτες ενδείξεις του ονόματος “Καβάλλα”. Την ίδια περίοδο υπάρχουν μαζικοί εξισλαμισμοί κατοίκων και εποικισμοί μουσουλμάνων και Εβραίων που ανεβάζουν το ποσοστό των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης και καθιστούν τους χριστιανούς μειοψηφία. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα η Καβάλα αποτελεί σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο, έδρα πολλών ξένων εμπορικών οίκων και προξενείων. Επίσης ο ελληνικός πληθυσμός ενισχύεται. Από το 1817 έως το 1821 αναγείρεται το Ιμαρέτ από το Βαλή της Αιγύπτου Μεχμέτ Άλη. Στα τέλη 19ου, αρχές 20ου αιώνα η Καβάλα είναι το σημαντικότερο κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού των Βαλκανίων, κτίζονται πολλές μεγάλες καπναποθήκες και νεοκλασικά κτίρια. Οι Έλληνες στις αρχές του 20ου αιώνα είναι κυρίαρχοι πλέον στην πόλη οικονομικά και πληθυσμιακά. Το 1906 ιδρύεται ο πρώτος γυμναστικός συλλόγος στην πόλη με την ονομασία «Φίλιπποι».

Οι Καβαλιώτες συμμετείχαν στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Γνωστός Καβαλιώτης αγωνιστής ήταν ο οπλαρχηγός Ιλαρίων Καρατζόγλου.[11] Επίσης, άλλος ένας γνωστός Καβαλιώτης αγωνιστής, ήταν ο Κωνσταντίνος Σερδάρογλου, που κρεμάστηκε από τους Οθωμανούς κατά το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821.[12] Σημαντικός Καβαλιώτης αγωνιστής του 1821 ήταν και ο πυροβολητής του Ναυτικού Νικόλαος Καγιάσας.[13]

Το 1864, μετά από άδεια που δόθηκε από τον σουλτάνο, η Καβάλα επεκτάθηκε οικοδομικά εκτός των τειχών της παλαιάς πόλης. Οι πολίτες εγκαταστάθηκαν στη σημερινή συνοικία του Αγίου Ιωάννου. Το γεγονός αυτό καθώς και το ότι εκείνη την εποχή τα καπνά της Μακεδονίας ήταν γνωστά σε ολόκληρο τον κόσμο μετέτρεψαν την πόλη σε κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού. Σε αυτό βοήθησε και η θέση της με το φυσικό λιμάνι της. Στην Καβάλα έλαβε χώρα η πρώτη και η μεγαλύτερη εργατική απεργία (5000 εργάτες) σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, το έτος 1896. Αυτό αποτέλεσαι την έναρξη του Καπνεργατικού κινήματος.

Ενώ ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη σε αυτήν κυκλοφορούσαν τρεις ελληνικές εφημερίδες που την κατατάσσουν δεύτερη πόλη μετά την Θεσσαλονίκη, σε ελληνικές εκδόσεις εφημερίδων, του Ερμή, της Σημαίας και του Κύματος. Με την ίδρυση του τουρκικού συντάγματος το 1908 στην Καβάλα ιδρύεται και το πρώτο επίσημο καπνεργατικό σωματείο στα Βαλκάνια, η Ευδαιμονία, που υπήρχε ήδη από το 1905 με μορφή συλλόγου με την ονομασία Εγκράτεια. Η Καβάλα είχε μεγάλη συμβολή και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Από την Καβάλα ήταν οι Μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί Πέτρος Ιωαννίδης και Περικλής Δράκος.[14] Περίπου το 1905-1906 αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες ελληνόγλωσσες εφημερίδες με πρώτη την “Σημαία”.

Τον Οκτώβριο του 1912 ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε την Καβάλα χωρίς να αντισταθούν οι Οθωμανοί. Ακολούθησαν βιαιότητες εναντίον του μουσουλμανικού πληθυσμού, καθώς και συλλήψεις εκπροσώπων της εβραϊκής κοινότητας.Η Καβάλα απελευθερώθηκε το 1913 από τον ελληνικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στη Θάσο, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Στις 25 Ιουνίου 1913 εμφανίζονται ελληνικά σκάφη και στις 26 Ιουνίου το πρωί, το αντιτορπιλικό Δόξα καταπλέει στον κόλπο της Καβάλας. Με τη βοήθεια των Καβαλιωτών, που βοηθούν στον εντοπισμό των ναρκών στον κόλπο της Καβάλας, το Πολεμικό Ναυτικό καταλαμβάνει την πόλη.

Τον Αύγουστο του 1916 εισβάλλουν και καταλαμβάνουν την Καβάλα όπως και όλη την Ανατολική Μακεδονία και πάλι οι Βούλγαροι (Β΄ Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918)). Το σύνολο του Δ΄ Σώματος Στρατού που έδρευε στην πόλη, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς[16] το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως χώρος «φιλοξενίας».

Σύμφωνα με έκθεση του Ελληνα πρεσβευτή στη Σόφια, έως τον Απρίλιο του 1917 περίπου 6.000 άτομα πέθαναν από ασιτία μόνο στην περιοχή της Καβάλας και 4.000 άτομα στη Δράμα, σύμφωνα με το αρχείο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α. Η επισιτιστική και ανθρωπιστική κρίση που δημιουργήθηκε σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Μακεδονίας στη διάρκεια της Β΄ Βουλγαρικής Κατοχής, διαπιστώθηκε σε όλο το εύρος της μετά την απελευθέρωση των περιοχών οπότε και οργανώθηκαν συσσίτια, πρόχειρα νοσοκομεία και διανομή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού. Το 1918 η πόλη ελευθερώνεται, ύστερα από δύο χρόνια σκληρής κατοχής.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την επακόλουθη ανταλλαγή πληθυσμών το 1923-24, κατακλύζει την πόλη μεγάλο κύμα Ελλήνων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία. Ο συνολικός αριθμός των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν ήταν 27.500.

Αρχικά στεγάστηκαν σε παλιά καπνομάγαζα και πρόχειρους οικίσκους αργότερα όμως δημιουργήθηκαν νέες συνοικίες όπως τα Χίλια, τα Πεντακόσια και ο συνοικισμός Γκιρτζή, ενώ άλλοι πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν στα παλιά οθωμανικά σπίτια της συνοικίας της Παναγίας. Το προσφυγικό στοιχείο μεταφύτευσε στην πόλη τη μεγάλη πολιτιστική του παράδοση και ταυτόχρονα αποτέλεσε την κινητήρια παραγωγική δύναμη της Καβάλας, οδηγώντας σε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη με κύριο μοχλό την αύξηση της καπνοκαλλιέργειας και του καπνεμπορίου.

Επίσης οι καπνεργάτες αποτέλεσαν με τη δράση τους κομβικό στοιχείο για τα εργατικά δικαιώματα με τον οργανωμένο συνδικαλισμό τους, που υποχρέωσε τους καπνεμπόρους να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας τους τις αποδοχές των εργατών.Η τετραετία 1928-1932 υπήρξε η πιο λαμπρή περίοδος για την Καβάλα με μεγάλα έργα όπως το λιμάνι, το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού, οι αναδασώσεις και τα νέα σχολικά κτίρια.

Η βουλγαρική παρουσία στην Καβάλα αλλά και σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη με τη μορφή στρατιωτικής κατοχής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν αποτέλεσμα διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας και μία παραχώρηση εκ μέρους της πρώτης για την προσχώρηση της δεύτερης στον Άξονα. Η εισβολή άρχισε στις 20 Απριλίου 1941 και μέχρι τις 15 Μαΐου είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους όλη η παραχωρηθείσα περιοχή. Ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός προέβη συστηματικά σε διάφορα περιοριστικά μέτρα με στόχο την ελαχιστοποίηση της παρουσίας της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Η περιοχή τελικά απελευθερώθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1944.

Τον Ιανουάριο του 1949 ιδρύεται ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός της πόλης. Τη δεκαετία του ’50 η πόλη άρχισε να επεκτείνεται προς τα δυτικά, την περιοχή της Καλαμίτσας, και αργότερα προς τα ανατολικά, περιοχή Σφαγείων και Περιγιαλίου, για να συγκαταλεχθούν στο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης. Το 1957 ξεκινάει το ετήσιο “Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου”. Το 1961 ιδρύεται η “Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων”, η μεγαλύτερη λιπασματοβιομηχανία της χώρας. Τον Δεκέμβριο του 1967 ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Β’ έρχεται στη πόλη για να οργανώσει ένα, αποτυχημένο, κίνημα εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος. Στις 23 Δεκεμβρίου 1969 ιδρύεται η “Καβάλα Oil”. Στις 6 Δεκεμβρίου 1971 πραγματοποιείται η πρωτη, μα άκαρπη, γεώτρηση. Την 1η Φεβρουαρίου 1974, η ερευνητική γεώτρηση «ΠΡΙΝΟΣ-1» ανακαλύπτει το κοίτασμα «ΠΡΙΝΟΣ» με δοκιμαστική ροή 2950 βαρέλια την ημέρα αργού πετρελαίου. Το 1970 ολοκληρώνεται η κατασκευή του Εθνικού Σταδίου της πόλης. Στις 10 Σεπτεμβρίου εγκαινιάζεται το εθνικό Στάδιο. Την 21η Απριλίου 1972 εγκαινιάζεται το Πάρκο Φαλήρου με παραλία λουόμενων, αργότερα εγκαταλείφθηκε. Τον Ιούλιο του 1974 μεγάλη ομάδα ένοπλων ανδρών στέλνονται στην Κύπρο για την αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής. Στις 14 Αυγούστου 1985 ξεσπάει η καταστροφικότερη, έως τώρα, πυρκαγιά στο περιαστικό δάσος της πόλης που αποτέφρωσε 10.000 στρέμματα. Το 1991 ιδρύεται ο πρώτος τηλεοπτικός σταθμός της πόλης το “Ena Channel”.

Τον Οκτώβριο του 2002 δημιουργείται το εμπορικό λιμάνι της πόλης “Φίλιππος Β’” λίγο έξω από τη πόλη. Στις 3 Απριλίου 2005 κατεδαφίζινται τα Σιλό, το πρώτο κτίριο της Ευρώπης από μπετό, για να ανεγερθεί το Δικαστικό Μέγαρο. Στις 27 Φεβρουαρίου 2008 πάνω από 12 χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν ενάντια στη δημιουργία μονάδας λιθάνθρακα της ΔΕΗ. Το 2010 κτίστηκε το καινούριο νοσοκομείο της πόλης όπου αργότερα έγινε και περιφερειακό και ξεκίνησε ο ετήσιος θεσμός του “Air-Sea Show”. Το 2013 ο κεντρικός λιμένας της πόλης μετονομάζεται σε “Απόατολος Παύλος”. Στις 5 Ιουλίου 2014 πραγματοποιείται ογκόδες συλλαλητήριο κατά τη δημιουργία του σταθμού LNG. Από τα τέλη του 2015 έως το καλοκαίρι του 2016 πραγματοποιούνται, ίσως, οι μεγαλύτερες απεργίες του ιδιωτικού τομέα στην πόλη, μετά τον Καπνεργατικό αγώνα, στη πόλη από τους εργαζόμενους του εργοστασίου λιπασμάτων. Το 2016 ολοκληρώθηκε επιτυχώς ενα σημαντικό οικιστικό πλάνο που χορηγήθηκε μέσω του προγράμματος “ΕΣΠΑ 2007-2013”, το οποίο αφορούσε την βιοκλιματική αναβάθμιση των οδών Ερυθρού Σταυρού και Βενιζέλου όπου η τελευταία μονοδρομήθηκε. Στις 15 Μαΐου 2018 πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο ενάντια στη δημιουργία μετωπικού σταθμού διοδίων στην Άσπρη Άμμο. Το συλλαλητήριο διοργανώθηκε από τις δημοτικές αρχές και αλλα συνδικαλιστικά σωματία. Στις 6 Ιουνίου 2018 πραγματοποιήθηκε στην πόλη ένα από τα 24 ταυτόχορνα συλλαλητήρια στην Ελλάδα για την εκχώρηση του όρου “Μακεδονία” στο νέο όνομα της πΓΔΜ. Στις 9 Νοεμβρίου κατέρρευσε μέρος της γέφυρας έναντι του Παλιού Νοσοκομείου της πόλης που μέχρι την παράδοση της Εγνατίας οδού στην κυκλοφορία ήταν ο μόνος τρόπος για να κατευθύνει προς τη Θράκη και την Τουρκία και αντιστρόφως, από τη Θράκη στην υπόλοιπη Ελλάδα.